ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
ΤΩΝ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Xωροταξία και Υδατικοί Πόροι
Λουδοβίκος Κ. Βασενχόβεν και Καλλιόπη Σαπουντζάκη

 

    Χωροταξία είναι ο προσχεδιασμένος μετασχηματισμός του κοινωνικο-οικονομικού γεωγραφικού χώρου, που εκφράζει τους στόχους μιας οργανωμένης κοινωνίας1.  Το αντικείμενο της είναι  η διάταξη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στον περιφερειακό χώρο, πάνω από το επίπεδο των οικισμών και πόλεων2. Είναι η αναζήτηση, μέσα στο γεωγραφικό πλαίσιο μιας χώρας ή περιφέρειας, μιας καλύτερης κατανομής των ανθρώπων σε συνάρτηση με τους φυσικούς πόρους και τις οικονομικές δραστηριότητες3.

Στις λίγες δεκαετίες ζωής της επιστημονικής, επαγγελματικής και διοικητικής δραστηριότητας, που αποκαλούμε σχεδιασμό του χώρου ή χωροταξία (στην Αγγλία spatial planning ή regional physical planning, στην Γαλλία amenagement du territoire), δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόμαστε πως υπήρξε μια σταδιακή υποχώρηση της αναγκαίας συνάρτησης με τους φυσικούς πόρους και μια σταδιακή επικράτηση της συνάρτησης με τις οικονομικές δραστηριότητες. Αυτή δεν ήταν προφανώς μια ομοιόμορφη εξέλιξη, ούτε οδήγησε σε πλήρη εγκατάλειψη της σημασίας των φυσικών πόρων και του περιβάλλοντος. Ήταν μάλλον, στις περισσότερες περιπτώσεις, μια μετάθεση έμφασης, μια ανεπαίσθητη, αλλά πραγματική, μεταβολή προτεραιοτήτων. Πόροι, όπως η ενέργεια, το νερό, το έδαφος, η χλωρίδα και η πανίδα, έτειναν σιγά-σιγά να παίρνουν δεύτερη θέση σε σχέση με την κατανομή της βιομηχανίας, των οικισμών και γενικά των αστικοποιημένων περιοχών, των τουριστικών ζωνών, και των αξόνων μεταφορών.

Η εξέλιξη αυτή προκαλεί απορία, αν σκεφθεί κανείς πως πολλοί ειδικοί συμφωνούν πως το πρώτο σημαντικό παράδειγμα περιφερειακού σχεδιασμού, που επηρέασε την σχετική θεωρητική σκέψη, αλλά και την πολιτική  πολλών χωρών, ήταν το πείραμα ανάπτυξης της κοιλάδας του ποταμού Τεννεσσή στις ΗΠΑ, που είχε αναλάβει η πασίγνωστη Tennessee Valley Authority (TVA) στη δεκαετία του 19304. Ο πυρήνας του ιστορικού αυτού προγράμματος ήταν η διαχείριση και έλεγχος των υδατικών πόρων του ποτάμιου αυτού συμπλέγματος. Η χωροταξική και οικιστική οργάνωση της περιοχής άλλαξε πλήρως στη διάρκεια του εγχειρήματος, το κύριο όμως αντικείμενο της προσπάθειας ήταν ο έλεγχος των υδάτων, η ποταμοπλοΐα και η παραγωγή ενέργειας.

Στον ιδρυτικό νόμο του φορέα της TVA προβλεπόταν ότι5  ο φορέας θα ήταν ένας τελείως αυτόνομος οργανισμός περιφερειακής ανάπτυξης, που έπαιρνε αποφάσεις με γνώμονα τον συμβιβασμό εθνικού και τοπικού συμφέροντος, ότι οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι της περιοχής θα αντιμετωπίζονταν σαν ένα ενιαίο σύνολο και όχι αποσπασματικά.

Η αίσθηση μας είναι πως με την επικράτηση άλλων στόχων, αναμφίβολα ιδιαίτερα πιεστικών, αυτή η σύνδεση ανάμεσα στους φυσικούς πόρους και την χωροταξία υποτιμήθηκε βαθμιαία, χωρίς αυτό να σημαίνει ούτε ότι εγκαταλείφθηκε τελείως, ούτε ότι δεν υπήρχαν πάντοτε απόψεις και φωνές που τόνιζαν την σπουδαιότητα της. Όπως έγραφε το 1965 ο Jean Labasse, το νερό, όπως και η πληθυσμιακή κατανομή, είναι ένα από τα βασικά δεδομένα πάνω στα οποία πρέπει να θεμελιώνεται η πολιτική ανάπτυξης του χώρου. Δυστυχώς, επισήμαινε ο ίδιος συγγραφέας, τα συμφέροντα, οι προκαταλήψεις και η πίστη στην υπεροχή της τεχνολογίας εξακολουθούν να ενθαρρύνουν βιομηχανικές και οικιστικές συγκεντρώσεις, σε θέσεις τελείως ακατάλληλες από την σκοπιά των υδατικών πόρων6.

Το διαζύγιο (ή έστω η διάσταση) ανάμεσα στην πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης και της χωροταξίας απ’την μια  και της διαχείρισης των φυσικών, και ειδικότερα των υδατικών, πόρων δεν είναι βέβαια μόνο Ελληνικό φαινόμενο. Είναι χαρακτηριστικό πως ένα πολύ γνωστό βρεταννικό εγχειρίδιο7 χωροταξίας και περιφερειακού σχεδιασμού (regional planning) δεν αναφέρει λέξη για φυσικούς πόρους, ούτε βέβαια για το πείραμα της κοιλάδας του Τεννεσσή, ενώ έχει πολλά να πει για περιφερειακές οικονομικές ανισότητες, για περιφερειακή οικονομική βάση, για περιφερειακούς λογαριασμούς, για χωροθέτηση της βιομηχανίας, για πόλους ανάπτυξης κλπ. 
Oι Monod και de Castelbajac τοποθετούν και αυτοί στο επίκεντρο της χωροταξικής πολιτικής την χωρική κατανομή των θέσεων εργασίας. Παρόλο που αναγνωρίζουν την προστασία του περιβάλλοντος ως βασικό στόχο, βλέπουν το πρόβλημα περισσότερο σαν θέμα ανισορροπίας πληθυσμού και διαθέσιμου χώρου, δηλ. σαν πρόβλημα πληθυσμιακής πυκνότητας8.

Φυσικά το πρόβλημα δεν είναι μόνο από την πλευρά της χωροταξίας, αλλά και από την πλευρά του προγραμματισμού της διαχείρισης των υδατικών πόρων. Όπως αναφέρει ο J.Glynn Henry:

“Μέχρι πρόσφατα, ο σχεδιασμός (της διαχείρισης) υδατικών πόρων ήταν προσανατολισμένος προς την παροχή υδροηλεκτρικής ισχύος και νερού για βιομηχανική, οικιστική και αγροτική επέκταση, λόγω των οικονομικών ωφελειών που εμπλέκονται. Εν τούτοις, αυτές οι ωφέλειες... συνοδεύονται συχνά από περιβαλλοντική υποβάθμιση και απώλεια νερού για αναψυχή ή αισθητική απόλαυση... Η καταπολέμηση της ρύπανσης, ο έλεγχος πλημμυρών, η ανάκτηση εδαφών και η προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ταυτόχρονα στον σχεδιασμό της διαχείρισης των υδάτων. Η πρόκληση για τον ειδικό προγραμματιστή είναι να βρει ένα αποδεκτό συμβιβασμό μεταξύ ανταγωνιστικών αναγκών, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα τους υδατικούς πόρους με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο...”9.

Η απαραίτητη συμφιλίωση (στον βαθμό που οι σχέσεις είχαν διαταραχθεί) ανάμεσα στην χωροταξία και την διαχείριση φυσικών πόρων βρίσκεται πλέον στην ημερησία διάταξη της πολιτικής της αειφόρου ή βιώσιμης ανάπτυξης. Όπως τονίσθηκε στην World Development Strategy του 198010, για να είναι βιώσιμη η ανάπτυξη, πρέπει να παίρνει υπόψη τους κοινωνικούς και οικολογικούς παράγοντες, και όχι μόνο τους οικονομικούς, την βάση των βιοτικών και αβιοτικών πόρων, και τέλος, τα μακροπρόθεσμα, όπως και τα βραχυπρόθεσμα, πλεονεκτήματα και μειονε-κτήματα, των εναλλακτικών τρόπων δράσης11.

Στο 5ο Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 1993, που έφερε τον τίτλο “Προς την Αειφορικότητα”, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τοποθετείται η διαχείριση των πόρων, του αέρα, των υδάτων, του εδάφους, της φύσης, της ενέργειας, των πληθυσμιακών πόρων και των αποβλήτων. Η διαχείριση των πόρων πρέπει να συντελείται σε στενή σχέση με τον σχεδιασμό και διαχείριση της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών και με την διαχείριση της κινητικότητας, δηλ. των μετακινήσεων προσώπων και αγαθών12.

Στο πλαίσιο μιας ερευνητικής συνεργασίας για τον μεθοδολογικό συντονισμό χωροταξίας και διαχείρισης υδατικών πόρων, το Εργαστήριο Εγγειοβελτιωτικών Έργων και Διαχείρισης Υδατικών Πόρων και το Εργαστήριο Χωροταξίας και Οικιστικής Ανάπτυξης του ΕΜΠ συνεργάσθηκαν προ καιρού στην διατύπωση μιας κοινής μεθοδολογίας. Η συνεργασία έδωσε την ευκαιρία να διατυπωθούν σκέψεις για την σύζευξη της μεθοδολογίας της διαχείρισης υδατικών πόρων και της μεθοδολογίας της χωροταξίας. Αντικείμενο της συνεργασίας ήταν η διατύπωση ενός χωροταξικού πλαισίου - προγράμματος, που θα περιλάμβανε την λήψη αποφάσεων και την υλοποίηση ρυθμίσεων, έργων και  δράσεων για μια διαρκή σχέση ισορροπίας μεταξύ, αφενός του χωρο-κοινωνικού και χωρο-οικονομικού συστήματος και, αφετέρου, του συστήματος των υδατικών πόρων νησιωτικών νομών της χώρας. Το πλαίσιο - πρόγραμμα θα στόχευε στην προστασία και αναβάθμιση της ποιότητας και στην εξασφάλιση της διαθεσιμότητας των υδατικών πόρων για την κάλυψη των αναγκών των κοινωνικο-οικονομικών δραστηριοτήτων του παρόντος και του μέλλοντος στις περιοχές μελέτης. Ένα τέτοιο έργο απορρέει από την αναγκαιότητα αλληλο-τροφοδότησης και συντονισμού μεταξύ της χωροταξικής πολιτικής και της πολιτικής διαχείρισης των υδατικών πόρων. Αυτή η αναγκαιότητα είναι άμεση σε περιπτώσεις περιοχών, που πάσχουν από στενότητα υδατικών, και γενικότερα αναπτυξιακών, πόρων, όπως πολλά νησιά του Αιγαίου, στις οποίες η κακοδιαχείριση 

των πόρων υπονομεύει την αειφόρο τοπική ανάπτυξη και αντίστροφα. Σκοπός ήταν να αρθεί η αποσπασματικότητα και η αλληλοαναιρούμενη δράση επί μέρους ενεργειών, ώστε να ενταχθούν σε ολοκληρωμένο σχέδιο χωροταξικής διαχείρισης της γης και των υδατικών πόρων.

Η χρήση γης και η διαχείριση των υδατικών πόρων αποτελούν αλληλένδετες μορφές διαχείρισης δύο εξίσου σημαντικών φυσικών πόρων που αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής αειφόρου ανάπτυξης13, που έχει υιοθετηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικότερα στην Ελλάδα. Σε περιοχές με ιδιαίτερα προβλήματα επάρκειας ή κακοδιαχείρισης των υδατικών πόρων, όπου η ανεπάρκεια των πόρων αυτών θέτει σε κίνδυνο την τοπική ανάπτυξη  και την αποτελεσματική εφαρμογή αναπτυξιακής πολιτικής, οι παραπάνω μορφές διαχείρισης αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία, ενώ επιτακτική προβάλλει η ανάγκη συντονισμού χωροταξικής πολιτικής και πολιτικής υδατικών πόρων.

Δυστυχώς η αποτελεσματικότητα της χωροταξικής πολιτικής και η αυστηρή εφαρμογή του χωροταξικού σχεδιασμού, που πολλές φορές  ελλείπει τελείως, πάσχουν συχνά σε περιοχές, όπου τα φαινόμενα στενότητας υδατικών πόρων είναι έντονα. Όταν τα φαινόμενα αυτά συνοδεύονται επιπρόσθετα, πρώτο, από γενικότερη στενότητα αναπτυξιακών πόρων και, δεύτερο, από αυξημένη εξάρτηση από μία και μόνο οικονομική δραστηριότητα (π.χ. τον τουρισμό), τότε δημιουργούνται  σοβαρά αδιέξοδα, που οδηγούν σε γρήγορη παρακμή και υποβάθμιση. Αυτός ακριβώς είναι ο κίνδυνος σε πολλά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Ακόμη και εκεί όπου ο περιοριστικός παράγοντας της γενικότερης στενότητας  πόρων είναι συγκριτικά λιγότερο σοβαρός, όπως στα μεγαλύτερα νησιά ή εκείνα, όπου έχουν αναπτυχθεί και άλλες δραστηριότητες, οι κίνδυνοι αυτοί δεν παύουν να είναι σοβαροί.

Η ολοκληρωμένη θεώρηση της αλληλεξάρτησης μεταξύ, αφενός, της δυναμικής του συστήματος των χρήσεων γης/κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων, και αφετέρου, του συστήματος των υδατικών πόρων, είναι εξαιρετικής σημασίας για μια αειφόρο ανάπτυξη στο  γεωγραφικό χώρο των νησιών. Ενδεικτική της σημασίας αυτής είναι η διαπίστωση που περιλαμβάνεται στην  “Μελέτη Χωροταξικής Οργάνωσης του Νομού Σάμου” (ΥΠΕΧΩΔΕ, 1985) ήδη από το 1985, ότι η Σάμος “έχει μεγάλη ποσότητα βροχοπτώσεων, η πυκνή βλάστηση συγκρατεί το νερό, επομένως πρέπει να έχει άφθονα υπόγεια νερά. Επειδή όμως δεν είναι γνωστή η κίνηση τους, δεν μπορεί κανείς να προγραμματίσει νέο έργο χωρίς να έχει την αμφιβολία αν θα στερέψει κάποια άλλη πηγή ή γεώτρηση αχρηστεύοντας κάποιο άλλο έργο”.

Στα πλαίσια των επιχειρησιακών προγραμμάτων του Νοτίου και Βορείου Αιγαίου, τόσο του 1ου (1989-1993) όσο και του 2ου ΚΠΣ (1994-1999) έχουν προταθεί, χρηματοδοτούνται, υλοποιούνται ή και έχουν ολοκληρωθεί μέτρα και έργα (στα πλαίσια των υποπρογραμμάτων γιά το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής ή των υποπρογραμμάτων γιά την ενίσχυση των δομών της Τ.Α.) ύδρευσης, αποχέτευσης, εξεύρεσης και αξιοποίησης υδατικών πόρων, δημιουργίας δεξαμενών αποθήκευσης νερού κοκ, σε νησιωτικούς νομούς. Είναι αμφίβολο όμως αν αυτά οικοδομούν συνέργειες με άλλα παράλληλα, προτεινόμενα ή ήδη δρομολογούμενα, έργα γιά τον εμπλουτισμό και την προστασία των υφιστάμενων αποθεμάτων νερού, γιά την οικονομία στη χρήση και εκμετάλλευση του κοκ. Επιπρόσθετα τα παραπάνω μέτρα και έργα είναι αμφίβολο εάν καλύπτουν ανάγκες σημερινές και μελλοντικές που προκύπτουν από την υλοποίηση άλλων υποπρογραμμάτων και μέτρων όπως λ.χ. το πρόγραμμα γιά την  “Τουριστική αξιοποίηση θαλάσσιων και πολιτισμικών πόρων”.

Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία να αναπτυχθεί μεθοδολογία που να άρει κατά κάποιο τρόπο την αποσπασματικότητα παράλληλων και λειτουργικά αλληλοεξαρτώμενων έργων και δράσεων, να αποτιμήσει την συνολική ως τώρα συμβολή τους στην εξισορρόπηση της σχέσης μεταξύ του συστήματος των υδατικών πόρων  και του χωροκοινωνικού - χωροοικονομικού συστήματος και να διατηρήσει την επιθυμητή ισορροπία και στο μέλλον.

Είναι φανερό ότι ο μεγάλος βαθμός εσωτερικής διασύνδεσης και αλληλεπίδρασης, που χαρακτηρίζει τα ευαίσθητα νησιωτικά οικοσυστήματα, επιβάλλει μια σφαιρική αντιμετώπιση της σχέσης από την μια της χωροταξικής οργάνωσης και του συστήματος χρήσεων γης και από την άλλη της διαχείρισης των υδατικών πόρων.  Συνεπώς το ζητούμενο είναι η δημιουργία σε κάθε αυτόνομη γεωγραφική μονάδα (π.χ. ένα νησί) ενός πλαισίου / συστήματος, που να περιλαμβάνει και να αναλύει τους παραπάνω τομείς αποφάσεων / επεμβάσεων, αναδεικνύοντας τις σχέσεις και αλληλεπιδράσεις τους. Μια συνδυασμένη  μεθοδολογία αποσκοπεί σε μια “συστημική” προσέγγιση, που  ακολουθεί  την θεωρία και πρακτική της “ανάλυσης συστημάτων”, προκειμένου να επιτευχθεί η σύζευξη της μεθοδολογίας του χωροταξικού σχεδιασμού με εκείνη της διαχείρισης υδατικών πόρων.

Τα σενάρια ανάπτυξης και/ή διαχείρισης, που μπορούν να αναπτυχθούν στα δύο υποσυστήματα, πρέπει να συνδέονται μέσω επιλεγμένων παραμέτρων, ώστε να επισημαίνονται και αναδεικνύονται οι αλληλεπιδράσεις τους. Το επιθυμητό αποτέλεσμα είναι η ανάπτυξη ενός ενιαίου, συνολικού δυναμικού συστήματος σχεδιασμού και διαχείρισης, από το οποίο να προκύπτουν  συγκεκριμένες ρυθμίσεις, μέτρα και έργα, για ένα καθορισμένο χρονικό ορίζοντα, π.χ. 20-30 ετών, με κυρίαρχο στόχο την αειφόρο ανάπτυξη των περιοχών μελέτης.

Μέσα στο συνολικό σύστημα σχεδιασμού και διαχείρισης, το υποσύστημα χωροταξικής ανάλυσης, σχεδιασμού και εφαρμογής του πρέπει να περιλαμβάνει μια σειρά διακριτών δραστηριοτήτων. Στο πλαίσιο της ερευνητικής συνεργασίας που προαναφέρθηκε, οι συντάκτες του παρόντος άρθρου, διατύπωσαν μια μεθοδολογία που περιλάμβανε 22 βασικές δραστηριότητες της χωροταξικής ανάλυσης και σχεδιασμού. Στην συνέχεια, οι δραστηριότητες της μελέτης διαχείρισης υδατικών  πόρων σε ένα κοινό διάγραμμα ροής ενεργειών. Ελπίζουμε ότι θα δοθεί η ευκαιρία στο μέλλον χρήσης αυτής της μεθοδολογίας σε συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογής.
 

Βιβλιογραφικές αναφορές 

  1. Λ.Βασενχόβεν, Χωροταξία: Θεωρία και πράξη, στο Βιώσιμη Ανάπτυξη με την Περιβαλλοντική Αγωγή, Νομαρχιακή Αυτοδι-οίκηση Αιτωλοακαρνανίας, Μεσολόγγι, 1997. 
  2. J.Friedmann, Regional planning as a field of study, στο J.Friedmann and W.Alonso, eds., Regional Development and Planning, The M.I.T. Press, Cambridge (Mass.), 1964.
  3. C.Delmas, L’ Amenagement du Territoire, PUF, Paris, 1963.
  4. J.Monod et P.de Castelbajac, L’ Amenagement du Territoire, PUF, Paris, 1993.
  5. Λ.Βασενχόβεν, Η Περιφερειακή Ανάπτυ-ξις της Κοιλάδος του Τεννεσσή, Εισήγησις εις το  Σεμινάριον Εξειδικεύσεως της Έδρας Πολεοδομίας του Ε.Μ.Πολυτεχνείου, 3 Φεβρουαρίου 1964.
  6. J.Labasse, L’ Organisation de l’ Espace, Hermann, Paris, 1965.
  7. J.Glasson, An Introduction to Regional Planning, UCL Press, London, 1992 (6th impression). 
  8. Μonod et de Castelbajac, op.cit.
  9. J.Glynn Henry, Water resources, στο J.Glynn Henry and G.W.Heinke, Environmental Science and Engineering, Prentice Hall, Englewood Cliffs (N.J.), 1989.
  10. Η World Conservation Strategy συντάχθηκε από την International Union for the Conservation of Nature and Natural Resources.
  11. I.Franck and D.Brownstone, The Green Encyclopedia, Prentice Hall, New York, 1992. 
  12. Λ.Βασενχόβεν, Αειφόρος αστική ανάπτυξη και η έννοια των αστικών πόρων, στο Κ.Λάσκαρις (επιμ.), Sustainable Development: Θεωρητικές Προσεγγίσεις μιας Κρίσιμης Έννοιας, Παπασωτηρίου, Αθήνα, 1996. 
  13. Η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης (sustainable development) έχει αποδοθεί στην Ελληνική γλώσσα και με τους όρους διατηρήσιμη ή βιώσιμη ή αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη.
     

Ε.Μ.ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ: ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΕΓΓΕΙΟΒΕΛΤΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ
Επιστημονική Συνάντηση (19 Μαρτίου 1998)



© 2000   ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ